Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα
ΓΩΓΩ ΤΣΑΚΟΓΙΑΝΝΗ:

Τηλ.: +30 6981-016099
Email: info@gogotsakoyani.com

Blog

Το Πάσχα για μένα δεν ήταν γιορτή. Μια αιματοβαμμένη συνήθεια ήταν, γεμάτη βία. Με εξαίρεση τη Μεγάλη Παρασκευή και τους υπέροχους ύμνους που έψελνα μαζί με τους άλλους όταν πηγαίναμε στο χωριό μας, το Πάσχα για μένα ήταν μια θλίψη.

Θυμάμαι τη μια μέρα να ακούς αρνάκια να βελάζουν και την επόμενη τίποτα… Από τότε είχα σκεφτεί: «Αν στην επόμενη ζωή μετενσαρκωθούμε σε έναν άλλο πλανήτη, και κάποια άλλα δημιουργήματα περιμένουν έξω απ’ τα μαιευτήρια να πάρουν τα νεογέννητά μας να τα σουβλίσουν;»
Έτσι, έτρωγα μόνο αβγά και κουλούρια και γέμιζα σπυριά απ’ τα πολλά αβγά και την κόκκινη μπογιά στην οποία ήμουν μάλλον αλλεργική.

Νηστεία δεν έκανα. Κρυφότρωγα, αλλά πήγαινα και κοινωνούσα μαζί με τις θεοσεβείς γιαγιάδες και θείες, διότι είχα αποφασίσει ότι, αν είσαι μέσα σου καλά, δεν χρειάζονται νηστείες, και επειδή το μέσα μου εγώ το έκρινα, πάντα το… ενέκρινα. Την επομένη της Κοινωνίας, στο πασχαλινό τραπέζι ανακοίνωνα με καμάρι ότι χωρίς να νηστέψω… κοινώνησα! Δεν μπορούσα να μην καυχηθώ. Ήταν σαν να τους έλεγα, πρώτον, «σας κορόιδευα όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, αφού σας έτρωγα κρυφά τα κουλούρια και τις σοκολάτες» και, δεύτερον, «τι κορόιδα πιαστήκατε να τα στερείστε, αφού τελικά ανήστευτοι και νηστευάμενοι όλοι κοινωνήσαμε»… Άκουγα τα «ααααα» και έβλεπα τα σταυροκοπήματα και ήταν σαν χειροκρότημα για μένα. Έλαμπαν τα μάτια μου και έβλεπα με ικανοποίηση την αποδοκιμασία όλων… Τους είχα, για άλλη μια φορά, ξεγελάσει και τους είχα αποδείξει πως ο Θεός δεν έριξε φωτιά να με κάψει, όταν έτρωγα σοκολάτες, ούτε όταν… έσπαγα τις λαμπάδες τους και, ω του θαύματος, μόνο μία πήγαινε στην εκκλησία λυγερόκορμη και άρτια… Η δική μου! Αυτό με τις λαμπάδες, τι διαστροφή, Χριστέ μου…
Ποτέ δεν το αποκάλυψα, όσο κι αν ήθελα να δω τις εκφράσεις τους… Ποτέ! Αυτό το έκανα για τιμωρία σε όλους κι όλα. Για τα σουβλισμένα αρνιά που έτρωγαν και για το άγριο ξύπνημα να πάμε στην Ανάσταση όλοι μαζί. Τα μεσάνυχτα, κατά τις 12, εκεί που με είχε πάρει το πρωτο-ύπνι, με σήκωναν σώνει και ντε, μικρό και τριανταφυλλένιο, να φορέσω μέσα στο κρύο τα καλά μου και πηδώντας πάνω απ’ τις πέτρες, σαν κατσίκι σε εκείνο το κακοτράχαλο χωριό της Αρκαδίας, να βρεθώ στην εκκλησία για να κάνουμε οικογενειακώς Ανάσταση. Τα καλά μου ήταν κάτι χαριτωμένα φουστανάκια που έραβε η μαμά μου με τη μοδίστρα, αλλά με «τρυπάγανε»! Το έλεγα στη μαμά μου, «μαμά, το φουστάνι με “τρυπάει”», αλλά ποτέ δεν με πίστευε! Και οι κουβέρτες στο χωριό με τρυπάγανε, αλλά εκεί απαίτησα και έφερναν για μένα μια «αθηναίικη», όπως την αποκαλούσα, και ήταν μια βετλάνς από τη… Νάουσα, ακρυλική παρακαλώ, και τόσο μαλακή! Τελικά, χρόνια μετά, το μυστήριο λύθηκε. Ήμουν αλλεργική στα μάλλινα… και είμαι. Με φαντάζεστε μέσα στη βετλάνς μου να χουχουλιάζω, καθότι το χωριό ορεινό και το βράδυ του κρύο, κι ένα χέρι να με τραβά να σηκωθώ, ενώ οι υπόλοιποι εν χορώ φωνάζουν: «Άντε, Γιωργία, θα αργήσουμε και ο παπάς θα σηκώσει Ανάσταση χωρίς εμάς, άντεεεεε».


Ήθελα να πεθάνω, παρά να βάλω το τσαχπίνικο κοντό φουστανάκι που με τρυπούσε και να πάω στην εκκλησία. Γκρίνιαζα και τους εκνεύριζα όλους! «Αυτό το παιδί ανάποδο», έλεγε η μάνα μου. Στα σκοτεινά –το ρεύμα δεν είχε έρθει ακόμα σε εκείνα τα χωριά– ξαδέρφια, θείες, θείοι, αδέρφια, γονείς, σαν πολύβουο μελίσσι, έψαχναν τις λαμπάδες τους και συγχρόνως φώναζαν:

«Έλα, Γιωργία, κάθε χρόνο μάς καθυστερείς, αναίσθητη είσαι, κουνήσου, φεύγουμε»… Για να ανακαλύψουν λίγο μετά πως οι λαμπάδες τους χόρευαν swing και κουνιόντουσαν ακριβώς όπως θα ‘πρεπε εγώ να κουνηθώ και να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι… Με έπιαναν τα γέλια, όταν όλοι αναρωτιόντουσαν, «μα, πώς έσπασαν οι λαμπάδες μέσα στα κουτιά τους;» δεν μπορούσα να συγκρατηθώ και μου πέρναγε η νύστα και πήγαινε χαλάλι και το φόρεμα που «τρύπαγε»… «Κοιτάξτε την αναίστητη πώς γελάει», έλεγε η μαμά μου προσπαθώντας να παρηγορήσει το μικρότερο αδερφό μου που έκλαιγε μπροστά στη σπασμένη του λαμπάδα! Αυτό γινόταν κάθε χρόνο, ώσπου μια χρονιά ο αδερφός μου, μην αντέχοντας όλο αυτό, έρχεται, μου τη βουτά απ’ τα χέρια και τη χτυπά στις πέτρες!… Έσπασε σε τρία σημεία και εγώ άρχισα να ουρλιάζω υστερικά. Πιαστήκαμε μαλλί με μαλλί, αυτός μικρό αγοράκι κοντοκουρεμένο, εγώ ξανθούλα με τα μαλλάκια μου μακριά…
Το πλήγμα ήταν τεράστιο και νικήθηκα σε όλα τα σημεία! «Με σπασμένη λαμπάδα δεν πάω πουθενά», δήλωσα και τότε ένιωσα ένα στριφογυριστό μπάτσουλο και μετατοπίστηκα πέντε βράχια πιο κει… Έβαλα το κεφάλι κάτω και με τη λαμπάδα να κουνιέται και να λυγιέται ένιωσα ένα με το πόπολο πηγαίνοντας στην εκκλησία…

…απόσπασμα από το βιβλίο μου Μ΄ΑΓΑΠΩ 

Leave a Comment:

seventeen − 11 =